έλλειμμα


έλλειμμα
[эллима] ουσ. о. недостаток, недочёт, нехватка,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "έλλειμμα" в других словарях:

  • ἔλλειμμα — defect neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλλειμμα — το (AM ἔλλειμμα) αυτό που λείπει από κάτι και το οποίο έπρεπε ή προβλεπόταν να υπάρχει νεοελλ. φρ. 1. «έλλειμμα ταμείου» το ποσό κατά το οποίο τα μετρητά υπολείπονται τού λογιστικού υπολοίπου 2. «έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου» το ποσό κατά το… …   Dictionary of Greek

  • έλλειμμα — το, ατος 1. το ποσό (σε χρήμα ή σε είδος) που λείπει από εκείνο που προϋπήρχε ή έπρεπε να υπάρχει. 2. το παθητικό ισοζυγίου ή λογαριασμού: Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έλλειμμα μάζας — Όρος που στη φυσική υποδηλώνει τη διαφορά ανάμεσα στη μάζα του πυρήνα και στη συνολική μάζα των πρωτονίων και των νετρονίων από τα οποία αυτός αποτελείται. Επειδή η μάζα του πυρήνα είναι μικρότερη από την ολική μάζα των πρωτονίων και των… …   Dictionary of Greek

  • διαφραγματικό έλλειμμα — Συγγενές έλλειμμα που χαρακτηρίζεται από την παρουσία μίας τρύπας στο τοίχωμα που χωρίζει τις δύο καρδιακές κοιλότητες …   Dictionary of Greek

  • ἐλλειμμάτων — ἔλλειμμα defect neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείμμασι — ἔλλειμμα defect neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείμμασιν — ἔλλειμμα defect neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείμματα — ἔλλειμμα defect neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείμματι — ἔλλειμμα defect neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)